Οργάνωση

Albanian Bulgarian English French German Italian Japanese Russian Spanish Ukrainian
Τελευταία Ενημέρωση
23-06-2017 10:08

   

    ▼ Το Σχολείο:  timoni

imageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimage
previous next

Πρόσφατες δημοσιεύσεις


Designed by:
kou_vas kou_vas under danemm ordering

Επάρατη Φιλία (διήγημα) Εκτύπωση
ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ - ΑΡΘΡΑ ΜΑΘΗΤΩΝ
Συντάχθηκε απο τον/την Γεράσιμος Γιοβανάκης   
Παρασκευή, 27 Απρίλιος 2012 00:10

Επάρατη Φιλία

(1ος έπαινος Λυκείου στον 3ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό Διηγήματος 2011)

Όπως κάθε Χριστούγεννα, έτσι και φέτος αποφασίζουμε να πάμε στην Ελβετία. Όπως κάθε χρόνο, ακυρώνεται λόγω καιρικών συνθηκών. Είναι το όνειρο μας να πάμε στην Ελβετία τα Χριστούγεννα.

Μόνο στον Φίλιππο δεν αρέσει η ιδέα. Του αρέσει να πηγαίνει στον Λαϊλιά - ένα βουνό των Σερρών -,του θυμίζει τα παλιά. Όλοι ξέρουμε πόσο σημαντικό είναι γι΄αυτόν και δεν του χαλάμε ποτέ χατίρι. Παρόλα αυτά όποτε συζητάμε για την Ελβετία, κάνει τον αδιάφορο και συμμετέχει σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Όμως και οι τέσσερις μας καταλαβαίνουμε.

 

Έτσι, πάμε και φέτος Λαϊλιά. Τώρα πάω με το αμάξι να πάρω τον Φίλιππο και μετά θα πάρουμε και τα κορίτσια. Τον βλέπω. Με το παλιό του χακί παλτό, που φοράει πάντα όταν έχει κρύο, το μοναδικό-δεν θα υπήρχε χωρίς αυτό- γκρι του παντελόνι και τις πολυφορεμένες μαύρες γαλότσες του. Φυσικά, στο ένα χέρι καφές και στο άλλο τσιγάρο και πάντα με εκείνο το χαμόγελο του Λαϊλιά. Έτσι το λέμε αυτό το χαμόγελο γιατί το έχει μόνο όταν πάμε εκεί. Μπαίνει μέσα.

-Καλημέρα! Μου λέει.

Του κλείνω το μάτι και πιάνουμε κατευθείαν συζήτηση για το χθεσινό αγώνα. Πόσο λατρεύει να μιλάει για ποδόσφαιρο το πρωί. Πριν καν το καταλάβουμε, φτάσαμε στην πολυκατοικία των κοριτσιών. Μόνο όταν πρόκειται για ταξίδι είναι στην ώρα τους. Ομοιόμορφες μα τόσο διαφορετικές. Πάντα με ασορτί σκουφάκι, κασκόλ και γάντια. Φουξ με κίτρινο η Νάνση, λάδι με μαύρο η Κάτια. Ξεκιναώ γρήγορα γιατί είναι πράσινο, και με μαλώνουν. Πάντα με μαλώνουν όταν τρέχω αν και ξέρω ότι το λένε για να μην το πει ο Φίλιππος που, μόνο σφίγγεται. Είμαστε 72 χιλιόμετρα μακριά από τον προορισμό μας. Και στα 72 συζητάμε για την μάχη των δυο φύλων. Μόνο αυτό συζητάμε όταν είμαστε οι τέσσερις μας. Όταν πλησιάζουμε στο βουνό, ο Φίλιππος αφαιρείται. Πάντα αφαιρείται. Φορεί ένα περίεργο βλέμμα που ποτέ δεν καταλάβαμε τι σημαίνει. Ξέρουμε βέβαια ότι του έρχονται αναμνήσεις από τους γονείς και τον αδελφό του, με τους οποίους ερχόταν παλιά. Η αλήθεια είναι πως τους θυμάται έντονα μοναχά εδώ. Δύσκολο να είσαι ο μόνος που επιβιώνεις από τροχαίο. Πόσο μάλλον αν δεν έχουν βρεθεί τα πτώματα. Στο αυτοκίνητο βρήκαν μόνο αυτόν.  Ήταν τυχερός όμως. Είχε τον παππού και την γιαγιά του που τον αγαπούσαν πολύ και τον έκαναν αξιοπρεπή άνθρωπο!

Έχω αφαιρεθεί και κοιτάζω την θέα που ομολογημένα σου κόβει την ανάσα και το χιόνι που πέφτει απαλά πάνω στα καταπράσινα φύλλα των αγέραστων αυτών δέντρων.

 -Πρόσεχε! Φωνάζει η Κάτια.

Υπάρχει μια πολύ επικίνδυνη στροφή μπροστά μας αλλά οδηγώ αυτό το δρόμο εδώ και πολλά χρονιά και έτσι δεν κινδυνεύουμε ιδιαίτερα. Αφού ακούσω και πάλι τον εξάψαλμο-που μου αξίζει δικαιωματικά- αντιλαμβανόμαστε όλοι ότι…

Φτάσαμε!

Και έτσι απλά, στεκόταν μπροστά μας ένα πέτρινο διώροφο παλάτι που ξέρει καλά να διεκδικεί τα δικαιώματα του καθώς η ομορφιά του ξεχωρίζει κατά πολύ συγκριτικά με αυτό το απόλυτα φυσικό τοπίο. Έχει χιονίσει αρκετά ώστε να καλύψει την κατακόκκινη σκεπή του που μοιάζει να αγγίζει τον ουρανό αναγκάζοντας έτσι τον κάθε διαφορετικά παρεξηγημένο επισκέπτη- γιατί πρέπει να έχεις μια κάποια τρέλα για να μπορέσεις να ανακαλύψεις ένα τέτοιο μέρος- να αισθάνεται τουλάχιστον δέος κοιτώντας το.

Παρκάρουμε στο μικρό-σχεδόν ελάχιστο- χώρο στάθμευσης και καταλαβαίνουμε από το πλήθος των αμαξιών ότι δεν έχει πολύ κόσμο. Παίρνουμε τα πράγματα μας και προχωράμε προς την αυτού μεγαλειότητα. Μονό μερικά σκαλάκια μας χωρίζουν από την μεγάλη ξύλινη πόρτα με το σιδερένιο, στρόγγυλο πόμολο , που δύσκολα θα ξανάνοιγε αν την έκλεινες. Μπαίνουμε μέσα και ένα συνηθισμένο ξύλινο γραφείο βρίσκεται ακριβώς κάτω από τη μαρμάρινη σκάλα  παίζοντας τον ρολό της γραμματείας. Συνεννοούμαστε με τον υπεύθυνο και πηγαίνουμε στον 2ο όροφο για να ταχτοποιηθούμε στα δωμάτια.

Μετά από περίπου δεκαπέντε λεπτά, κατεβαίνουμε στους κοινοχρηστους χώρους. Μια τεράστιων διαστάσεων κουζίνα, μια τραπεζαρία γεμάτη με ξύλινα τραπέζια και με πάγκους στο πλάι και το σαλόνι που αποτελείται από το πέτρινο τζάκι και τους καναπέδες που σχηματίζουν γύρω του ένα πι.

Αφού προμηθευόμαστε με ζεστό καφέ από την κουζίνα καθόμαστε στο σαλόνι και αρχίζουμε να μιλάμε για ώρες… μερικές φόρες σταματάμε, αλλά το τοπίο κάλυπτε την σιωπή.

Έξω βραδιάζει. Τα κορίτσια πάνε να ετοιμάσουν το φαγητό και εμείς στρώνουμε το τραπέζι.

 Έχουμε φάει και  καθόμαστε στο καναπέ με τα ποτήρια στο χέρι. Αρχίζει να μας λέει ο Φίλιππος την ιστορία του. Ποτέ ως τώρα δεν μας έχει μιλήσει τόσο αναλυτικά. Το κλίμα έχει βαρύνει πολύ. Η Κάτια αγκαλιάζει τον φίλιππο και του λέει να σταματήσει. Μας χρειάζεται μια διέξοδος και αποφασίζουμε να πάμε να περπατήσουμε. Βγαίνουμε έξω και πριν κάνουμε τα πρώτα είκοσι βήματα, αρχίζουμε να παίζουμε χιονοπόλεμο. Όλοι μας λατρεύουμε το χιόνι.

Αφού πέρασε  περίπου μισή ώρα παιχνιδιού, κουραστήκαμε και τώρα πάμε πίσω στο καταφύγιο γιατί έχουμε απομακρυνθεί .

Φτάνουμε και ακούμε ουρλιαχτά λύκων. Τα κορίτσια τρομοκρατημένα μπαίνουν γρήγορα μέσα. Εμείς καθόμαστε στα σκαλάκια για ένα τελευταίο τσιγάρο.

Ξαφνικά σηκώνεται και αρχίζει να περιπατάει.

-Φίλιππε, που πας;

Μα δεν απαντάει. Συνεχίζει να περπατάει χωρίς να με ακούει. Είναι σαν υπνωτισμένος. Αρχίζω να τον ακολουθώ. Πηγαίνει πολύ γρήγορα αλλά απλά περπατάει. Τρέχω μα δεν νομίζω να τον προλάβω.

-Φίλιππε, περίμενε!

Τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορώ.  Ξαφνικά ένα πολύ δυνατό φως με παραλύει. Αισθάνομαι ρίγος. Τον χάνω. Δεν μπορώ να κουνηθώ. Το χιόνι είναι περίεργο. Κάτι δεν πάει καλά. Φωνές ακούγονται. Το χιόνι σχηματίζει μορφές. Είναι αυτός, μα είναι πνεύμα. Έχω τρομοκρατηθεί.

-Ευχαριστώ, ψιθύρισε.

Άρχισε να ανεβαίνει προς τα πάνω. Χάθηκε. Πέφτω κάτω μα ακόμη δεν μπορώ να κουνηθώ. Μετακινώ με δυσκολία το χιόνι και βρίσκω τον τάφο του. Λιποθυμώ.

"ΣΕ ΚΑΠΟΙΕΣ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΠΩΣ ΕΑΝ ΚΑΠΟΙΟΣ ΠΕΘΑΝΕΙ ΜΕ ΒΙΑΙΟ ΤΡΟΠΟ, ΓΕΜΑΤΟΣ ΜΕ ΕΝΤΟΝΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ, ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΦΥΛΑΚΙΖΕΤΑΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΩΝ ΖΩΝΤΑΝΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ. ΑΝ ΚΑΠΟΙΟΣ ΠΕΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ, ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΠΕΡΝΑΕΙ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ"

Το επόμενο πρωί με βρήκαν παγωμένο κάτω από το χιόνι, στο σημείο που είχαν βρει και τον φίλο μου πριν τρία χρονιά. Ποτέ δεν άντεξα τον θάνατο του.

-Ζούσε σε ένα δικό του κόσμο. Έπλασε την όλη ιστορία με την οικογένεια του νεκρού φίλου του. Αντιλαμβανόταν τα πάντα γύρω του, απλώς συμπλήρωνε σε όλα ένα φανταστικό πρόσωπο. Είπαν οι γιατροί.

                                                  Γεράσιμος Γιοβανάκης

scroll back to top
Τελευταία Ενημέρωση στις Κυριακή, 13 Απρίλιος 2014 09:32
 
◄◄ Επιστροφή