Οργάνωση

Albanian Bulgarian English French German Italian Japanese Russian Spanish Ukrainian
Τελευταία Ενημέρωση
10-04-2017 17:43

   

    ▼ Το Σχολείο:  timoni

imageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimage
previous next

Πρόσφατες δημοσιεύσεις


Designed by:
kou_vas kou_vas under danemm ordering

"ΑΝΤΙΓΟΝΗ" ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ- ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ Εκτύπωση
Εκπαιδευτικό Υλικό - Γλωσσικές Επιστήμες (linguistics) (Β΄)
Συντάχθηκε απο τον/την Ιωάννα Ρωμανού   
Σάββατο, 04 Φεβρουάριος 2012 18:57

«ΑΝΤΙΓΟΝΗ»ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ  -Γ΄ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ


ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ


 grekoΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ «ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ»
 Ο πατέρας μου σπάνια μιλούσε, δε γελούσε, δε μάλωνε· κάποτε μονάχα έτριζε τα δόντια του ή έσφιγγε τη γροθιά του, κι αν τύχαινε  να κρατάει κανένα πικραμύγδαλο, έστριβε τα δάχτυλά του και το ’κανε σκόνη. Κάποτε που είδε έναν αγά να στρώνει ένα χριστιανό με σαμάρι και να τον φορτώνει σαν γάιδαρο, τόσο τον κυρίεψε το κακό του, που χίμηξε πάνω στον Τούρκο, μια βρισιά ήθελε να ξεστομίσει, μα τα  χείλια του είχαν στρουφίξει, δεν μπόρεσε να βγάλει λόγο ανθρώπινο κι άρχισε  να χλιμιντρίζει σαν άλογο• ήμουν εκεί μπροστά του, παιδί ακόμα, τον κοίταζα και με κυρίεψε τρόμος…Ποτέ δε θυμούμαι να μου ’πε τρυφερό λόγο∙ μια φορά μονάχα· ήμασταν στη Νάξο, την επανάσταση, και πήγαινα στη φράγκικη Σχολή, στους φραγκοπαπάδες• είχαμε δώσει εξετάσες κι είχα πάρει κάμποσα βραβεία , μεγάλα, χρυσοδεμένα βιβλία∙ δεν μπορούσα μόνος μου να τα σηκώσω, πήρε ο πατέρας μου τα μισά και γυρίσαμε σπίτι. Σε όλο το δρόμο δεν άνοιξε το στόμα· προσπαθούσε να κρύψει τη χαρά του που ο γιος του δεν τον ντρόπιασε• και μονάχα όταν μπήκαμε στο σπίτι, χωρίς να με κοιτάξει:
-Δεν ντρόπιασες την Κρήτη, είπε με κάποια τρυφεράδα.
 Μα ευτύς θύμωσε με τον εαυτό του που προδόθηκε κι έδειξε πως ήταν συγκινημένος, κι όλη τη βραδιά απέφυγε να με κοιτάξει κι ήταν κατσουφιασμένος… Η μάνα μου ήταν μια άγια γυναίκα. Πως μπόρεσε πενήντα χρόνια, χωρίς να σπάσει η καρδιά της, να νιώθει πλάι της την αναπνοή ενός λιόντα; Είχε την  υπομονή, την αντοχή και τη γλύκα της γης….
Με τα μαγικά πάντα μάτια, με το πολύβουο, γεμάτο μέλι και μέλισσες μυαλό, μ’ ένα κόκκινο μάλλινο σκούφο στο κεφάλι και τσαρουχάκια με κόκκινες φούντες στα πόδια , ένα πρωί κίνησα , μισό χαρούμενος, μισό αλαφιασμένος, και με κρατούσε ο πατέρας μου από το χέρι. Η μητέρα μού είχε δώσει ένα κλωνί βασιλικό να τον μυρίζουμαι ,λέει, να παίρνω κουράγιο, και μου κρέμασε το χρυσό σταυρουλάκι της βάφτισής μου στο λαιμό.
- Με την ευκή του Θεού και με την ευκή μου…, μουρμούρισε και με κοίταξε με καμάρι.
Ήμουν σαν ένα μικρό καταστολισμένο σφαγάρι κι ένιωθα μέσα μου περφάνια και φόβο∙ μα το χέρι μου ήταν σφηνωμένο βαθιά μέσα στη φούχτα του πατέρα μου κι αντρειεύουμουν…Κοντοστάθηκα, δείλιασα· το χέρι μου άρχισε να τρέμει μέσα στη μεγάλη ζεστή φούχτα. Ο πατέρας μου έσκυψε, άγγιξε τα μαλλιά μου, με χάιδεψε• τινάχτηκα∙ ποτέ δε θυμόμουν να μ’ έχει χαϊδέψει· σήκωσα τα μάτια και τον κοίταξα τρομαγμένος. Είδε πως τρόμαξα, τράβηξε πίσω το χέρι του:
-    Εδώ θα μάθεις γράμματα, είπε, να γίνεις άνθρωπος• κάμε το σταυρό σου.
 Ο δάσκαλος πρόβαλε στο κατώφλι∙ κρατούσε μια μακριά βίτσα και μου φάνηκε άγριος, με μεγάλα δόντια, και κάρφωσα τα μάτια μου στην κορφή του κεφαλιού του να δω αν έχει κέρατα· μα δεν είδα, γιατί φορούσε καπέλο.
-Ετούτος είναι ο γιός μου, του ’πε ο πατέρας μου. Ξέμπλεξε το χέρι μου από τη φούχτα του και με παράδωκε  στο δάσκαλο.
- Το κρέας δικό σου, του ’πε , τα κόκαλα δικά μου• μην το λυπάσαι, δέρνε τον, κάμε τον άνθρωπο.
- Έγνοια σου , καπετάν Μιχάλη· έχω εδώ το εργαλείο που κάνει τους ανθρώπους, είπε ο δάσκαλος κι έδειξε τη βίτσα.

ΔΙΔΩΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ «ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ»
Ως  τα δεκάξη μου χρόνια παπούτσι δε φόρεσα, μήτε καινούριο ρούχο. Ο πατέρας μου μιαν έγνοια είχε, ν’ αποχτήσει πολλά χωράφια, λιόδεντρα και συκοπερίβολα. Η μάνα μου έκανε δεκατέσσερες γέννες, μα της ζήσαν εφτά παιδιά κι από τούτα τα τέσσερα της τα φάγαν οι πολέμοι. Δε θυμούμαι να μου δωκε ποτέ ο πατέρας μου μεταλλίκι ν’ αγοράσω σαν παιδί καραμέλα ή κουλούρι. Μια μέρα που ήτανε να μεταλάβω μαζί  με τα δυο μικρότερα αδέρφια μου, πήγαμε και του ζητήσαμε συχώρεση, με την κρυφή  ελπίδα πως θα μας βγαζε να μας δώσει κάτι. Κείνος όμως, σαν  πήρε είδηση πως περιμέναμε λεφτά, αγρίεψε και γύρεψε να μας δείρει…Η μάνα μου ήταν τρυφερή και υπομονετική γυναίκα. Η κακοτροπιά του άντρα της την έκανε να στέκει πάντα σούζα, με τον καλό λόγο και το χαμόγελο στα χείλι…Ωστόσο μια φορά, μια και μοναδική, του εναντιώθηκε. Τον είδε να με χτυπάει με τόση μανία, που το αίμα έτρεχε βρύση από τη μύτη και το στόμα μου. Τότες μπήκε στη μέση, άνοιξε τα χέρια της σα φτερούγες και με δακρυσμένα μάτια του είπε τρομαγμένη:
-Άμοιρε, θα το χαλάσεις το σπλάχνο σου!...Στο σπίτι δυο εξουσίες υπολογίζαμε όλοι: του Θεού και του πατέρα, γιατί μ’ αυτές είχαμε δέσει την ύπαρξή μας…Η αλήθεια είναι πως και το γέρο μου τον σέβονταν ο κόσμος, γιατί κρατούσε λόγο, ήτανε τίμιος στο αλισβερίσι, φιλόξενος και προκομένος… Δούλευε δεκάξη με δεκαοχτώ ώρες δίχως να ξαποστάσει. Σήκωνε μοναχός του γομάρια εξήντα εβδομήντα οκάδες, μα ποτέ δεν τον άκουγες να βαρυγκομήσει. Η τσάπα και τ’ αλέτρι γίνονταν υπάκουα στο χέρι του. Τα ζωντανά τον τρέμανε και τον αγαπούσανε συνάμα, γιατί τα φρόντιζε περσότερο απ’ όσο φρόντιζε εμάς… Κουβέντα δεν του παιρνες ούδε Κυριακή ούδε χρονιάρα μέρα. Κανένας μας δεν τολμούσε να μιλήσει μπροστά του∙ είχαμε μάθει να τα λέμε όλα με τα μάτια , τους θυμούς, το παράπονο, τις πονηριές ή τις χαρές μας. Μόνο σαν τύχαινε να βρίσκεται στα κέφια του, Κυριακή, που καθόμαστε ολόκληρη η φαμελιά σε τραπέζι , τότες τ’ άρεζε να σηκώνει εμένα που μ’ έβλεπε σαν τον γραμματιζούμενο του σπιτιού, να λέω το «Πάτερ ημων.

Αφού διαβάσετε τα αποσπάσματα που σας δίνονται και τους στίχους635-647 από το Γ ΄επεισόδιο της τραγωδίας προσπαθήστε να απαντήσετε στα παρακάτω ερωτήματα:
Α. Ποιες αντιλήψεις της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας σχετικά με τη συμπεριφορά των παιδιών απέναντι στους γονείς τους και ιδιαίτερα στον πατέρα ,διαφαίνονται στην ενότητά μας;
Β. Ποια ηθική αρχή της αρχαιότητας διακρίνετε στους στίχους 643- 644; Σας θυμίζει κάτι;
Γ. Πως παρουσιάζεται η μορφή του πατέρα στα αποσπάσματα του Ν. Καζαντζάκη και της Δ. Σωτηρίου; Πιστεύετε πως μαρτυρεί έλλειψη αγάπης;
Δ. Ποιες είναι οι αντιλήψεις της εποχής μας για τη συμπεριφορά των παιδιών  προς τους γονείς τους και το αντίστροφο;

scroll back to top
Τελευταία Ενημέρωση στις Τετάρτη, 15 Αύγουστος 2012 03:45
 
◄◄ Επιστροφή


Writing