Οργάνωση

Albanian Bulgarian English French German Italian Japanese Russian Spanish Ukrainian
Τελευταία Ενημέρωση
16-10-2017 16:52

   

    ▼ Το Σχολείο:  timoni

imageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimage
previous next

Πρόσφατες δημοσιεύσεις


Designed by:
kou_vas kou_vas under danemm ordering

Η Ελληνική οικονομία κατά τον 19ο αιώνα - 5. Η δημιουργία τραπεζικού συστήματος Εκτύπωση
Εκπαιδευτικό Υλικό - Θεωρητικές-Κοινωνικές-Οικονομικές επιστήμες (Γ')
Συντάχθηκε απο τον/την Ιωάννα Ρωμανού   
Σάββατο, 30 Σεπτέμβριος 2017 09:36

Θέματα Νεοελληνικής Ιστορίας Γ΄ Λυκείου Κλάδος Οικονομίας

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 19Ο ΑΙ.

5. Η δημιουργία τραπεζικού συστήματος

Διδακτικοί στόχοι

  • Να κατανοήσουμε τους λόγους που καθιστούσαν αναγκαία την ίδρυση τραπεζικών καταστημάτων στη χώρα.
  • Να παρακολουθήσουμε την πορεία της Εθνικής Τράπεζας και τη συμβολή της στην εθνική οικονομία.

 

Ερωτήσεις- Θέματα για συζήτηση

  • Ποιοι λόγοι επέβαλλαν τη λειτουργία τραπεζικού συστήματος και την ίδρυση κεντρικής τράπεζας στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος;
  • Να περιγράψετε τη λειτουργία του πιστωτικού συστήματος στην μετεπαναστατική Ελλάδα και τις συνέπειές του στην εθνική οικονομία. Ποιες όψεις του δικαιολογούν τον «πρωτόγονο» χαρακτήρα του;
  • Ποιες ήταν και πού απέβλεπαν οι κρατικές επιδιώξεις σχετικά με το πιστωτικό σύστημα;
  • Πότε και υπό την διοίκηση ποιου, ιδρύθηκε η Εθνική Τράπεζα; Ποιοι και κατά πόσο συμμετείχαν στο μετοχικό της κεφάλαιο; Να αξιολογήσετε τη δράση της στα πρώτα χρόνια και να επισημάνετε την κύρια αρμοδιότητά της.

 

05-1 Trapezogrammatio twn 100

Τραπεζογραμμάτιο των 100 δραχμών της 4ης β΄ έκδοσης που κυκλοφόρησε το 1864

 

  • Ποια ήταν τα αποτελέσματα της εμπιστοσύνης που ενέπνευσε η Εθνική Τράπεζα στην νεοελληνική κοινωνία; Πώς δικαιολογείται η επέκταση των δραστηριοτήτων της στην Ερμούπολη και στην Πάτρα;
  • Ποια άλλα τραπεζικά και ασφαλιστικά καταστήματα ιδρύθηκαν στο ελληνικό κράτος από το 1860 και εξής; Να ανατρέξετε στον χάρτη που δείχνει τις σταδιακές προσαρτήσεις εδαφών στο ελληνικό κράτος, για να δικαιολογήσετε την ίδρυση κάποιων τραπεζών σε αυτές τις περιοχές.

 

05-2 To ktirio tis Ethnikis Trapezas ton 19o aiwna

Το κτίριο της Εθνικής Τράπεζας κατά τον 19ο αιώνα

 

Γνωριμία με τα πρόσωπα

Στην ενότητά μας μνημονεύονται ο πρώτος διοικητής της Εθνικής Τραπέζης Γεώργιος Σταύρου και ένας από τους πρώτους μεγαλομετόχους της, ο Εϋνάρδος. Ο Γεώργιος Σταύρου ήταν Γιαννιώτης έμπορος, Φιλικός, τραπεζίτης και πολιτικός. Είναι ο άνθρωπος που διηύθυνε για 27 χρόνια την Εθνική Τράπεζα και με δική του πρωτοβουλία ιδρύθηκε το Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης, ο πρώτος ασφαλιστικός οργανισμός εργαζομένων στη χώρα μας. Ο Εϋνάρδος (1775-1863) ήταν Γάλλος τραπεζίτης και θερμός φιλέλληνας που εγκαταστάθηκε στη Γενεύη, στενός συνεργάτης του Ιωάννη Καποδίστρια- γνωρίστηκαν στο συνέδριο της Βιέννης- και συμπαραστάτης του στην ανορθωτική του προσπάθεια. Ο Σκουζές υπήρξε μέλος επιφανούς αθηναϊκής οικογένειας, μέλη της οποίας ασχολήθηκαν με το εμπόριο και τα γράμματα. Ο Παναγής Σκουζές (1776-1847) στο έργο του «Το Χρονικό της Σκλαβωμένης Αθήνας στα χρόνια της τυρανίας του Χατζαλή», μας άφησε την ιστορία των Αθηνών κατά τον 18ο αι. Η οικογένεια Ράλλη με ρίζες από την Κωνσταντινούπολη και τόπο εγκατάστασης τη Χίο, δραστηριοποιήθηκε έντονα στο χώρο της εμπορικής ναυτιλίας, διατηρώντας υποκαταστήματα σε ευρωπαϊκές πόλεις.

Πηγή: Διαδίκτυο

 

Και μια ετυμολογική παρατήρηση

Τι κοινό έχει σημασιολογικά η τοκογλυφία, που ήταν πληγή στο κοινωνικό σώμα τον 19ο αι. και σήμερα, με την γλυπτική;

 

Παράθεμα

  • Να διαβάσετε το απόσπασμα από το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Η Σταχομαζώχτρα» και με βάση όσα διαβάσατε, να σκιαγραφήσετε την εποχή του(19ος αι.).
  • Ποιο κενό στη Σκιάθο αναπληρώνει ο κυρ-Μαργαρίτης και ποιες είναι οι δραστηριότητές του στην τοπική κοινωνία; Πώς αντιμετωπίζει και με ποιες προθέσεις τη θεια - Αχτίτσα; Ποιο πρόσωπο βρίσκεται στον αντίποδα με τη στάση του;

 

Ὁ κὺρ Μαργαρίτης δὲν ἦτο ἰδίως προεξοφλητής, ἢ τοκιστής, ἢ ἔμπορος, ἦτο ὅλα αὐτὰ ὁμοῦ. Ἕνα φόρον ἐπιτηδεύματος ἐπλήρωνεν, ἀλλ᾽ ἔκαμνε τρεῖς τέχνας.

Ἡ γραῖα Ἀχτίτσα, εἰς φοβερὰν διατελοῦσα ἔνδειαν, ἔλαβε τὸ παρὰ τοῦ υἱοῦ της ἀποσταλὲν γραμμάτιον, ἐφ᾽ οὗ ἐφαίνοντο γράμματα κόκκινα καὶ μαῦρα, ἄλλα ἔντυπα καὶ ἄλλα χειρόγραφα, ἐξ ὧν δὲν ἐνόει τίποτε οὔτε ὁ γηραιὸς ἐφημέριος οὔτε αὐτή, καὶ μετέβη εἰς τὸ μαγαζὶ τοῦ κὺρ Μαργαρίτη.

Ὁ κὺρ Μαργαρίτης ἐρρόφησε δραγμίδα ταμβάκου, ἐτίναξε τὴν βράκαν του, ἐφ᾽ ἧς ἔπιπτε πάντοτε μέρος ταμβάκου, κατεβίβασε μέχρι τῶν ὀφρύων τὴν σκούφιαν του, ἔβαλε τὰ γυαλιά του, καὶ ἤρχισε νὰ ἐξετάζῃ διὰ μακρῶν τὸ γραμμάτιον.

―Ἔρχεται ἀπ᾽ τὴν Ἀμέρικα; εἶπε. Σ᾽ ἐθυμήθηκε, βλέπω, ὁ γυιός σου. Μπράβο, χαίρομαι.

Εἶτα ἐπανέλαβεν:

―Ἔχει τὸν ἀριθμὸν 10, ἀλλὰ δὲν ξέρομε τί εἴδους μονέδα νὰ εἶναι, δέκα σελλίνια, δέκα ρούπιες, δέκα κολωνᾶτα ἢ δέκα…

Διεκόπη. Παρ᾽ ὀλίγον θὰ ἔλεγε «δέκα λίρες».

―  Νὰ φωνάξουμε τὸ δάσκαλο, ἐμορμύρισεν ὁ κὺρ Μαργαρίτης, ἴσως ἐκεῖνος ξεύρῃ νὰ τὸ διαβάσῃ. Τί γλῶσσα νὰ εἶναι τάχα;

Ὁ ἑλληνοδιδάσκαλος, ὅστις ἐκάθητο βλέπων τοὺς παίζοντας τὸ κιάμο εἰς παράπλευρον καφενεῖον, παρακληθεὶς μετέβη εἰς τὸ μαγαζὶ τοῦ κὺρ Μαργαρίτη. Εἰσῆλθεν, ὀρθός, δύσκαμπτος, ἔλαβε τὸ γραμμάτιον, παρεκάλεσε τὸν κὺρ Μαργαρίτην νὰ τὸν δανείσῃ τὰ γυαλιά του, καὶ ἤρχισε νὰ συλλαβίζῃ τοὺς λατινικοὺς χαρακτῆρας:

―  Πρέπει νὰ εἶναι ἀγγλικά, εἶπεν, ἐκτὸς ἂν εἶναι γερμανικά. Ἀπὸ ποῦ ἔρχεται αὐτὸ τὸ δελτάριον;

― Ἀπ᾽ τὴν Ἀμέρικα, κὺρ δάσκαλε, εἶπεν ἡ θεια-Ἀχτίτσα.

― Ἀπὸ τὴν Ἀμερικήν; τότε θὰ εἶναι ἀγγλικόν.

Καὶ ταῦτα λέγων προσεπάθει νὰ συλλαβίσῃ τὰς λέξεις ten pounds sterling*, ἃς ἔφερε χειρογράφους ἡ ἐπιταγή.

―  Sterling, εἶπε· sterling θὰ σημαίνῃ τάλληρον, πιστεύω. Ἡ λέξις φαίνεται νὰ εἶναι τῆς αὐτῆς ἐτυμολογίας, ἀπεφάνθη δογματικῶς.

Καὶ ἐπέστρεψε τὸ γραμμάτιον εἰς χεῖρας τοῦ κὺρ Μαργαρίτη.

―  Αὐτὸ θὰ εἶναι, εἶπε, καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχει ἐπὶ τῆς κεφαλίδος ὁ ἀριθμὸς 10, θὰ εἶναι χωρὶς ἄλλο γραμμάτιον διὰ δέκα τάλληρα. Τὸ κάτω-κάτω, ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν γνωρίζω ἀπὸ χρηματιστικά. Εἰς ἄλλα ἡμεῖς ἀσχολούμεθα, οἱ ἄνθρωποι τῶν γραμμάτων.

Καὶ τοῦτο εἰπών, ἐπειδὴ ᾐσθάνθη ψῦχος εἰς τὸ κατάψυχρον καὶ πλακόστρωτον μαγαζεῖον τοῦ κὺρ Μαργαρίτη, ἐπέστρεψεν εἰς τὸ καφενεῖον, ἵνα θερμανθῇ.

* * *

Ὁ κὺρ Μαργαρίτης εἶχεν ἀρχίσει νὰ τρίβῃ τὰς χεῖρας, καὶ κάτι ἐφαίνετο σκεπτόμενος.

―  Τώρα, τί τὰ θέλεις, εἶπε στραφεὶς πρὸς τὴν γραῖαν, οἱ καιροὶ εἶναι δύσκολοι, μεγάλα κεσάτια. Νὰ τὸ πάρω, νὰ σοῦ τὸ ἐξαργυρώσω, ξέρω πὼς εἶναι σίγουρος ὁ παράς μου, ξέρω ἂν δὲν εἶναι καὶ ψεύτικο; Ἀπὸ κεῖ κάτω, ἀπ᾽ τὸν χαμένον κόσμον, περιμένεις ἀλήθεια; Ὅλες οἱ ψευτιές, οἱ καλπουζανιὲς ἀπὸ κεῖ μᾶς ἔρχονται. Γυρίζουν τόσα χρόνια, οἱ σουρτούκηδες (μὲ συγχωρεῖς, δὲν λέγω τὸ γυιό σου) ἐκεῖ ποὺ ψένει ὁ ἥλιος τὸ ψωμί, καὶ δὲν νοιάζονται νὰ στείλουν ἕναν παρά, ἕνα σωστὸν παρά, μοναχὰ στέλνουν παλιόχαρτα.

Ἔφερε δύο βόλτες περὶ τὸ τεράστιον λογιστήριόν του, καὶ ἐπανέλαβε:

―  Καὶ δὲν εἶναι μικρὸ πρᾶγμα αὐτό, νὰ σὲ χαρῶ, εἶναι δέκα τάλλαρα! Νὰ εἶχα δέκα τάλλαρα ἐγώ, παντρευόμουνα.

Εἶτα ἐξηκολούθησε:

―  Μὰ τί νὰ σοῦ πῶ, σὲ λυποῦμαι, ποὺ εἶσαι καλὴ γυναίκα, κ᾽ ἔχεις κ᾽ ἐκεῖνα τὰ ὀρφανά. Νὰ κρατήσω ἐγὼ ἑνάμισυ τάλλαρο διὰ τοὺς κινδύνους ποὺ τρέχω καὶ γιὰ τὰ ὀχτώμισυ πλιά… Καὶ γιὰ νά ᾽μαστε σίγουροι, μὴ γυρεύῃς κολωνᾶτα, νὰ σοῦ δώσω πεντόφραγκα, γιὰ νά ᾽μαστε μέσα. Ὀχτώμισυ πεντόφραγκα λοιπόν… Ἄ! ξέχασα!…

Τοὐναντίον, δὲν εἶχε ξεχάσει· ἀπ᾽ ἀρχῆς τῆς συνεντεύξεως αὐτὸ ἐσκέπτετο.

―Ὁ συχωρεμένος ὁ Μιχαλιὸς κάτι ἔκανε νὰ μοῦ δίνῃ, δὲν θυμοῦμαι τώρα…

Καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸ λογιστήριόν του:

―  Μὰ κ᾽ ἐκεῖνος ὁ τελμπεντέρης ὁ γαμπρός σου, μοῦ ἔφαγε δύο τάλλαρα θαρρῶ.

Καὶ ὡπλίσθη μὲ τὸ πελώριον κατάστιχόν του:

―  Εἶναι δίκιο νὰ τὰ κρατήσω… ἐσένα, ὅσα σοῦ δώσω, θὰ σοῦ φανοῦν χάρισμα.

Ἤνοιξε τὸ κατάστιχον.

Αἱ κατάπυκνοι καὶ μαυροβολοῦσαι σελίδες τοῦ καταστίχου τούτου ὡμοίαζον μὲ πίονας ἀγρούς, μὲ γῆν ἀγαθήν. Ὅ,τι ἔσπειρέ τις ἐν αὐτῷ, ἐκαρποφόρει πολλαπλασίως.

Ἦτο ὡς νὰ ἔκοπτέ τις τὰ φύλλα τοῦ δενδρυλλίου, ἑκάστοτε ὅτε ἐγίνετο ἐξόφλησις κονδυλίου τινός, ἀλλ᾽ ἡ ρίζα ἔμενεν ὑπὸ τὴν γῆν, μέλλουσα καὶ πάλιν ν᾽ ἀναβλαστήσῃ.

Ὁ κὺρ Μαργαρίτης εὗρε παρευθὺς τοὺς δύο λογαριασμούς.

―Ἐννιὰ καὶ δεκαπέντε μοῦ χρωστοῦσεν ὁ μακαρίτης ὁ ἄντρας σου, εἶπε· καὶ δύο τάλλαρα δανεικὰ κι ἀγύριστα τοῦ γαμπροῦ σου γίνονται…

Καὶ λαβὼν κάλαμον ἤρχισε νὰ ἐκτελῇ τὴν πρόσθεσιν πρῶτον καὶ τὴν ἀναγωγὴν τῶν ταλλήρων εἰς δραχμάς, εἶτα τὴν ἀφαίρεσιν ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τῶν δέκα γαλλικῶν ταλλήρων.

―  Κάνει νὰ σοῦ δίνω… ἤρχισε νὰ λέγῃ ὁ κὺρ Μαργαρίτης.

Τῇ στιγμῇ ἐκείνη εἰσῆλθε νέον πρόσωπον.

* * *

Ἦτο ἔμπορος Συριανός, παρεπιδημῶν δι᾽ ὑποθέσεις εἰς τὴν μικρὰν νῆσον.

Ἅμα εἰσελθὼν διηυθύνθη μετὰ μεγίστης ἐλευθερίας καὶ θάρρους εἰς τὸ λογιστήριον, ὅπου ἵστατο ὁ κὺρ Μαργαρίτης.

―  Τί ἔχουμε κὺρ Μαργαρίτη;… Τ᾽ εἶν᾽ αὐτό; εἶπεν ἰδὼν πρόχειρον ἐπὶ τοῦ λογιστηρίου τὸ γραμμάτιον τῆς πτωχῆς χήρας.

Καὶ λαβὼν τοῦτο εἰς χεῖρας:

―  Συναλλαγματικὴ διὰ δέκα ἀγγλικὰς λίρας ἀπὸ τὴν Ἀμερικήν, εἶπε καθαρᾷ τῇ φωνῇ. Ποῦ εὑρέθη ἐδῶ; Κάμνεις καὶ τέτοιες δουλειές, κὺρ Μαργαρίτη;

―  Γιὰ δέκα λίρες! ἐπανέλαβεν αὐθορμήτως ἡ θεια-Ἀχτίτσα ἀκούσασα εὐκρινῶς τὴν λέξιν.

―  Ναί, διὰ δέκα ἀγγλικὰς λίρας, εἶπε καὶ πάλιν στραφεὶς πρὸς αὐτὴν ὁ Ἑρμουπολίτης. Μήπως εἶναι δικό σου;

―  Μάλιστα.

Ἡ θεια-Ἀχτίτσα, ἐν καταφάσει, ἔλεγε πάντοτε ναί, ἀλλὰ νῦν ἠπόρει καὶ αὐτὴ πῶς εἶπε μάλιστα, καὶ ποῦ εὗρε τὴν λέξιν ταύτην.

―  Γιὰ δέκα ναπολεόνια θὰ εἶναι ἴσως, εἶπε δάκνων τὰ χείλη ὁ κὺρ Μαργαρίτης.

―  Σοῦ λέγω διὰ δέκα ἀγγλικὰς λίρας, ἐπανέλαβε καὶ αὖθις ὁ Συριανὸς ἔμπορος. Παίρνεις ἀπὸ λόγια;

Καὶ ἔρριψε δεύτερον μακρὸν βλέμμα ἐπὶ τοῦ γραμματίου:

―  Εἶναι σίγουρος παράς, ἀρζὰν-κοντάν*, σοῦ λέγω. Θὰ τὸ ἐξοφλήσῃς, ἢ τὸ ἐξοφλῶ ἀμέσως;

Καὶ ἔκαμε κίνημα νὰ ἐξαγάγῃ τὸ χρηματοφυλάκιόν του.

―  Μπορεῖ νὰ τὸ πάρῃ κανεὶς γιὰ ἐννέα λίρες… γαλλικές, εἶπε διστάζων ὁ κὺρ Μαργαρίτης.

―  Γαλλικές; Τὸ παίρνω ἐγὼ διὰ ἐννιὰ ἀγγλικές.

Καὶ στρέψας ὄπισθεν τὸ φύλλον τοῦ χάρτου, εἶδε τὴν ὑπογραφὴν ἣν εἶχε βάλει ὁ ἀγαθὸς ἱερεύς, παρέβαλεν αὐτὴν μὲ τὸ ὄνομα τὸ φερόμενον ἐν τῷ κειμένῳ, καὶ τὴν εὗρε σύμφωνον.

Καὶ ἀνοίξας τὸ χρηματοφυλάκιον ἐμέτρησεν εἰς τὴν χεῖρα τῆς θεια-Ἀχτίτσας καὶ πρὸ τῶν ἐκθάμβων ὀφθαλμῶν αὐτῆς ἐννέα στιλπνοτάτας ἀγγλικὰς λίρας.

Καὶ ἰδοὺ διατί ἡ πτωχὴ γραῖα ἐφόρει τῇ ἡμέρᾳ τῶν Χριστουγέννων καινουργῆ «ἄδολην» μανδήλαν, τὰ δὲ δύο ὀρφανὰ εἶχον καθαρὰ ὑποκαμισάκια διὰ τὰ ἰσχνὰ μέλη των καὶ θερμὴν ὑπόδεσιν διὰ τοὺς παγωμένους πόδας των.

(1889)

Πηγή: http://papadiamantis.net/%CE%94%CE%B9%CE%B7%CE%B3%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1/%E1%BC%A9-%CE%A3%CF%84%CE%B1%CF%87%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B6%CF%8E%CF%87%CF%84%CF%81%CE%B1-1889

 

  • Διαβάστε κι ένα ενδιαφέρον άρθρο για το τραπεζικό σύστημα στην ελληνική αρχαιότητα:

 

http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=112003

scroll back to top
Τελευταία Ενημέρωση στις Σάββατο, 07 Οκτώβριος 2017 10:10
 
◄◄ Επιστροφή


Writing