Οργάνωση

Albanian Bulgarian English French German Italian Japanese Russian Spanish Ukrainian
Τελευταία Ενημέρωση
18-08-2017 04:01

   

    ▼ Το Σχολείο:  timoni

imageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimage
previous next

Πρόσφατες δημοσιεύσεις


Designed by:
kou_vas kou_vas under danemm ordering

19 Μαΐου – Ημέρα Μνήμης της Ποντιακής Γενοκτονίας Εκτύπωση
ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ - Άρθρα Εκπαιδευτικών
Συντάχθηκε απο τον/την Ιωάννα Ρωμανού   
Πέμπτη, 18 Μάιος 2017 17:16

Ας κρατήσουν οι χοροί

19 Μαΐου – Ημέρα Μνήμης της Ποντιακής Γενοκτονίας

Ημέρα μνήμης της ποντιακής Γενοκτονίας η 19η Μαΐου και σκεφτήκαμε   φέτος ν’ αφήσουμε στην άκρη τα πολιτικά και πολεμικά γεγονότα που σχετίζονται μ’ αυτήν και να σταθούμε σε μια πτυχή του ποντιακού πολιτισμού, στον χορό, και ιδιαίτερα στη σέρ(ρ)α. Κι αυτό γιατί θεωρούμε πως η μνήμη διασώζεται μέσα σε όλες τις εκφάνσεις του πολιτισμού, άρα και στο χορό,  και δίνει έτσι τη δυνατότητα συνομιλίας του παρελθόντος με το παρόν και το μέλλον. Για να συμβεί, βέβαια, αυτό, χρειάζεται οι χοροδιδάσκαλοι να γνωρίζουν την ιστορία του χορού και μαζί με το τεχνικό μέρος, τα βήματα και τις φιγούρες,  να τη διδάσκουν στους μαθητές τους. Διαφορετικά, τα νέα παιδιά δεν θα καταφέρουν να προσεγγίσουν ουσιαστικά την χορευτική μας παράδοση, που καταντά νεκρό γράμμα και πιθανόν να την αρνηθούν κατά την εφηβεία τους. Η σύνδεση όμως με έναν τόπο ή ένα ιστορικό γεγονός, χαράσσεται στη μνήμη τους και οι χοροί αποκτούν νόημα και ουσία. Έτσι έχουμε  στην Κρήτη  τον γνωστό μας πεντοζάλη που πήρε τ’ όνομά του από τo 
 «πέμπτο ζάλο», δηλαδή τον πέμπτο ξεσηκωμό εναντίον των Τούρκων που οργάνωσε ο Δασκαλογιάννης.

Κάθε χορός, λοιπόν, είναι ένας αυθόρμητος τρόπος έκφρασης, όχι μόνο της προσωπικής αλλά και της συλλογικής μας ζωής. Δεν υπάρχει –ευτυχώς - γιορτή, εκκλησιαστική ή εθνική, κοινωνική σύναξη, ευχάριστο γεγονός της προσωπικής μας ζωής, από το οποίο να λείπει ο χορός. Ειδικά στον Πόντο, απαντάμε πολλούς χορούς,  που όλοι τους είναι μεικτοί με εξαίρεση τη σέρρα, τον κατεξοχήν ανδρικό χορό. Οι ρίζες του ανάγονται στην αρχαιότητα,  στον πυρρίχιο πολεμικό χορό, που κατά τη μυθολογία μας, χόρεψαν πρώτοι οι Κουρήτες στην Κρήτη, οπλισμένοι σαν αστακοί, για να καλύψουν το κλάμα του μικρού Δία και να τον σώσουν από τον Κρόνο. Αλλά και στους ιστορικούς χρόνους δε λείπουν οι αναφορές σ’ αυτόν, με σημαντική τη μνεία του Ξενοφώντα, ο οποίος αναφέρει πως σε μια γιορτή στην Κερασούντα, το 400 π.Χ. οι κάτοικοί της χόρεψαν τον πυρρίχιο. Ο δε Πλάτων τον χαρακτηρίζει δώρο των θεών στους ανθρώπους, τον διακρίνει σε ειρηνικό και πολεμικό και τον συνδέει με την διονυσιακή λατρεία εξαιτίας των πλάγιων στροφών του, των οπισθοχωρήσεων, των πηδημάτων και χαμηλωμάτων και των ζωηρών φωνών των χορευτών. Ακριβώς αυτές οι ζωηρές κινήσεις του και το τρέμουλο των χορευτών τού έδωσαν και το όνομα ο  τρομαχτόν χορόν. Όσο για την ονομασία Σέρ(ρ)α αυτή προέκυψε από την περιοχή του  ποταμού Σέρα στην Τραπεζούντα, όπου υπήρχαν οι πιο φημισμένοι χορευτές του.

Αυτόν το χορό περιγράφει στο ομώνυμο ιστορικό μυθιστόρημά του ο Γιάννης Καλπούζος  και μας μεταφέρει το κλίμα εκείνου του αγώνα και του ανέμου της ελευθερίας που έπνευσε στα ποντιακά βουνά κατά τα έτη1914-1923:

...Κάλεσε ο Νικηφόρος  τους μουζικάντηδες να σταθούν απέναντί τους, παράγγειλε τον χορό σέρρα δίχως λόγια κι έδεσαν αράδα οι τέσσερις αντάρτες τα χέρια.

Αργά, κοφτά, ξεκίνησε η μουσική και κατόπιν όλο να ταχύνεται ο ρυθμός, να ξαναπέφτει και πάλι ογλήγορος. Ταίριαζαν οι ρυθμοί τους με το άγριο των βουνών, το άγριο της ζωής τους και με τα πολεμικά τεχνάσματα που παρίστανε ο πυρρίχιος, ο αρχαίος χορός, κι ας μη βαστούσαν ασπίδες και δόρατα. Επίθεση, άμυνα, παραφύλαξη, απειλή, οπισθοχώρηση, ελιγμό, κάλυψη, όλα τα περιέκλειε ο χορός τους. Όμως δεν ήταν μόνο τούτα. Έσφιγγαν τα χέρια τους, καθώς δένουν τα κλωνάρια στον κορμό, σ’ ένα αντάμωμα συντρόφων, ζωντανών και αποθαμένων. Κι έσκαβαν με τις μπότες τη γης θαρρείς κράζοντάς της ότι την πατούν και συγχρόνως σα ν’ αφουγκράζονταν όσους τους φώναζαν από κάτω γενιές και γενιές πρωτύτερες.

Χόρευαν κι έδειχναν να υπερίπτανται του κόσμου. Να κάθεται ο Θεός μέσα στον άνθρωπο κι ο άνθρωπος ν’ αρπάζεται απ’ τον Θεό. Το φέγγος και η σκοτεινιά να εναλλάσσονται στα πρόσωπά τους, φωτοσκότεινοι, ίδιοι το στάλαμα της ζωής. Να ζυμώνεται το κορμί, να τσακίζει, να λύνεται και να ξαναδένεται. Ν’ αναπαύεται η ψυχή κάπου στα σύγνεφα, να λυτρώνεται κι ευθύς να τρομάζει. Τη μια να τους τραβά το χώμα, την άλλη να υψώνονται όπως ο Ανταίος. Να πυρακτώνεται ο νους και να βογκά ο τόπος απ’ τους γδούπους, να τρέμει απ’ την παλικαριά και την αποκοτιά τους. Να φορτώνονται την ιστορία, να την κουβαλούν και να τους σέρνει, να χτυπούν τα γόνατα καταγής και πάλι να στυλώνονται ορθοί. Να κατέχουν ότι παρέκει καρτερά ο θάνατος και να τον περιγελούν.

Αντάρα και καταχνιά να θολώνει το βλέμμα τους, μα και να σκιρτά στα λοξοκοιτάγματά τους γλυκάδα αντρίκεια. Ν’ αναζητούν στων γυναικών τα μάτια το λίγωμα, το παίνεμα, της σάρκας και της καρδιάς το φούντωμα. Αφού δίχως την αγκάλη τους χέρσος ουρανός θ’ απόμεναν, και τούτοι λαχταρούσαν να καρπίσουν, ν’ αφήσουν το σημάδι τους στην πλάση την περαταριά μέσα απ’ τη σπορά τους.

Σιωπή και κρότος εκεί. Ραγισματιές, μπόρες, τραντάγματα, γκρεμίσματα κι αγναντέματα κατά τον ξάστερο ουρανό κάποια ξέγνοιαστη βραδιά. Εκεί η μάνα, ο κύρης, ο πάππος, κι η λυκομάνα, συγγενείς, αδέλφια και φίλοι, το στασίδι και το λιβάνι της εκκλησιάς. Εκεί το φίλιωμα, η έχθρα, το σκιάξιμο και η περηφάνια, πάθια, κρίματα, βάσανα, πόθοι κι αγάπες μυστικές, ανομολόγητες. Το πάλεμα των κορμιών στο στρώμα, ένα χαμόγελο στης αυγής το ξεπροβόδισμα, μια κουβέντα π’ απόμεινε αναίτια μισή, ένα δάκρυ κρυφό, ούλη η ζωή που έτρεξε στα πόδια τους κι έμελλε να τρέξει. Εκεί κι όλα τ’ ανακατώματα του πόνου και της θλίψης. Γιατί έτσι ορθώνεται και λευτερώνεται η ψυχή, αντάμα με το φτεροκόπημα και τον καημό.

Δαιμονική δύναμη, αφιονισμένη, φαινόταν να ρίχνεται καταπάνω τους ή να εφορμά από μέσα τους. Να κατρακυλούν στον Άδη και ν’ αναγεννιούνται. Έβγαζαν και κραυγές άναρθρες απ’ τα στόματά τους και πότε πότε φώναζαν «΄Οι!» «΄Οι!», σα να νογούσαν ότι δεν τους βοηθά η γλώσσα να τα παραστήσουν όλα τούτα με λόγια κι επιστράτευαν το κορμί να τα συλλαβίσει.

Ξεσήκωσαν τον κόσμο με τον λεβέντικο χορό τους, όμως κανείς δε δέθηκε μαζί τους. Έτσι απαιτούσε το έθιμο αλλά κι από σεβασμό, μην ταράξουν το ξεπέταγμα και το βύθισμα, την αναλαμπή και το νύχτωμά τους. Πήραν μονάχα οι θεατές να κροταλίζουν λιθάρια, ξύλινα και τσίγκινα πιάτα και κουτάλια, θαρρείς και γνώριζαν τις συνήθειες των αρχαίων Ελλήνων.

Πήγαινε ο χορός τους κοντά δέκα λεπτά και κυλούσαν τα δρώματά τους. Σηκώθηκε τότε και μπήκε ανάμεσά τους ο γερο –Φάνης, που αν έρρεε αλλιώς το αίμα της Ιστορίας μπορεί να ονομαζόταν ακόμη Φαντίλ. Από μέσα του, ωστόσο, δεν θα έλειπε ο χορός της φωτιάς, ο πυρρίχιος. Πλέον τους οδηγούσε. Μπόλιαζε η ψυχή το σώμα  και φάνταζε αντάξιός του σε νιότη και παλικαροσύνη. Ο γερο-πλάτανος κι αρμαθιά τα βλαστάρια του.

Ξεθηκάρωσαν ύστερα ο Νικηφόρος και ο Φώκος τα μαχαίρια τους κι αναμέρισαν απ’ τους  άλλους. Τα πρόσωπα αγρίεψαν. Μάχονταν με τον άνεμο, με τις μνήμες, μ’ ό,τι δεν πιάνεται κι όμως δίπλα μας στέκει και μας ακολουθά κι εχθρός και φίλος αναδείχνεται.

Οι μουζικάντηδες ούτε για σκέψη να διακόψουν. Ζύγωσαν πιότερο, τρεμόπαιζε, χανόταν και γιγαντωνόταν η ζωή στου κεμεντζέ και του νταουλιού τ’ ακούσματα, κι ανάσαινε ή πέθαινε στο φύσημα του ζουρνά, και θαρρείς βάλθηκαν να νικήσουν τους χορευτές ή να νικηθούν.

Έσμιξαν στο τέλος πάλι οι τέσσερις αντάρτες κι ο γερο –Φάνης και συνέχισαν να χορεύουν. Ώσπου σταμάτησαν απότομα και ύψωσαν τα χέρια. Συγχρόνως έπαψαν κι οι μουζικάντηδες, μα νόμιζες ότι αντιλαλούσε ακόμη στα φαράγγια η μουσική. Ύψωσαν τα χέρια ωσάν νικητές, ποιος ξεύρει σε τι στον λογισμό του καθενός.

Αυτή η αριστοτεχνική  περιγραφή του χορού, η βαπτισμένη στη στέρνα της λογοτεχνίας,  έχει τέτοια δύναμη που συγκινεί κάθε ψυχή και την κάνει να ταξιδεύει και να  αναθυμάται την περπατησιά των προγόνων της στους δρόμους  της Ιστορίας. Κρατά ζωντανή και πάλλουσα τη μνήμη, γιατί, όπως λέει κι ένα ωραίο τραγούδι, «Όλα   ζουν αν τα θυμάσαι».

Βιβλιογραφία

Πόντος Η ζωή των ακριτών της Μαύρης Θάλασσας, NationalGeographic

Ο Πόντος των Ελλήνων ΤΑ ΝΕΑ, α΄έκδ. 2003

 Σέρρα Γιάννη Καλπούζου ,Εκδ. Ψυχογιός, σ. 357-360

  

pyri
Βάλιας Σεμερτζίδης (1911-1983), Πυρρίχιος, 1982


scroll back to top
Τελευταία Ενημέρωση στις Πέμπτη, 18 Μάιος 2017 17:25
 
◄◄ Επιστροφή


Writing